Πρώτα αξιολογούνται οι κοινωνικές συνθήκες
Το υπουργείο περιγράφει μια ακολουθία στην οποία η κοινωνική αξιολόγηση προηγείται της ιατρικής. Οι κοινωνικοί λειτουργοί εξετάζουν τις συνθήκες και τις ανάγκες ενός ατόμου στο σπίτι και στο κοινωνικό του περιβάλλον· στη συνέχεια ο ιατρός αξιολογητής εξετάζει την υγεία και τις λειτουργικές επιπτώσεις της. Η αξιολόγηση που προκύπτει εξυπηρετεί τις κοινωνικές υπηρεσίες, τις οικονομικές ενισχύσεις λόγω αναπηρίας και την κοινωνική οικονομία. Η μεταρρύθμιση αποσκοπεί στη μείωση των ασυνεπών αξιολογήσεων και στον συντονισμό διαδικασιών που προηγουμένως λειτουργούσαν χωριστά. Αλλάζει τον τρόπο διαπίστωσης των αναγκών, ενώ η συγκεκριμένη παροχή ή υπηρεσία εξακολουθεί να υπόκειται στις δικές της προϋποθέσεις. [1][2]
Τι καλούνται να εξηγήσουν οι αιτούντες
Οι πρακτικές οδηγίες του υπουργείου αναφέρουν ότι η ολοκληρωμένη αξιολόγηση ζητείται μέσω του γραφείου εργασίας και κοινωνικών υποθέσεων που είναι αρμόδιο για τη μόνιμη κατοικία του αιτούντος. Περιλαμβάνεται ερωτηματολόγιο αυτοαξιολόγησης, ώστε η προσωπική αντίληψη του ατόμου για την κατάστασή του να ενσωματώνεται στη διαδικασία. Η αξιολόγηση πραγματοποιείται ανεξάρτητα από εισόδημα ή περιουσία. Οι οδηγίες συνιστούν οι κατ’ οίκον επισκέψεις να προγραμματίζονται εκ των προτέρων με τους αιτούντες. Οι λεπτομέρειες αυτές έχουν σημασία, επειδή διαφορετικά η αξιολόγηση μπορεί να καταλήξει σε περιγραφή ιατρικών διαγνώσεων χωρίς επαρκείς πληροφορίες για καθημερινές δραστηριότητες, εμπόδια ή την υποστήριξη που πράγματι χρησιμοποιεί κάποιος. [2]
Τα πρώτα στοιχεία προήλθαν από το υπουργείο
Στις 4 Νοεμβρίου 2025, το υπουργείο ανέφερε ότι τα γραφεία είχαν εκδώσει 1.635 ολοκληρωμένες αξιολογήσεις και είχαν πραγματοποιήσει 6.800 κατ’ οίκον επισκέψεις κατά τους δύο πρώτους μήνες. Αναφέρθηκε επίσης σε 547 αιτήσεις που υποβλήθηκαν την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου. Τα στοιχεία προέρχονται από την αρχική διοικητική έκθεση εφαρμογής και δεν αποτελούν ανεξάρτητη αξιολόγηση των εμπειριών των αιτούντων. Ο υπουργός Εργασίας Erik Tomáš δήλωσε ότι η μεταρρύθμιση επιτύγχανε τον στόχο της αποτελεσματικής εξυπηρέτησης των πολιτών. Η έκδοση μιας αξιολόγησης, ωστόσο, είναι διαφορετικό βήμα από την παροχή της υποστήριξης που αυτή προσδιορίζει. [3][1]
Νεότερες οδηγίες διευκρινίζουν τη διαδικασία
Οι επικαιροποιημένες ερωτήσεις και απαντήσεις του υπουργείου καταγράφουν μια ακόμη αλλαγή από την 1η Ιανουαρίου 2026: η κλινική ψυχολογική γνωμάτευση δεν αποτελεί πλέον υποχρεωτικό συνημμένο της αίτησης. Οι οδηγίες διακρίνουν επίσης την αξιολόγηση από την ξεχωριστή αίτηση οικονομικής ενίσχυσης. Η διάκριση αφορά ιδιαίτερα όσους ζητούν ενισχύσεις για προσωπική βοήθεια ή φροντίδα. Μια κοινή αξιολόγηση μπορεί να περιορίσει τις επαναλαμβανόμενες εξετάσεις αναγκών, αλλά οι αιτούντες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν χωριστές αποφάσεις και ρυθμίσεις υπηρεσιών. Η συγκεκριμένη συμβολή της μεταρρύθμισης είναι μια κοινή διαδικασία αξιολόγησης· δεν εγγυάται από μόνη της κάθε υπηρεσία που συνιστάται για ένα άτομο. [2]