Klaus Widl
Klaus Widl
© Österreichischer Behindertenrat

Ένα πρόγραμμα που διατρέχει τη διακυβέρνηση

Το σχέδιο συγκέντρωσε 375 μέτρα σε οκτώ κεφάλαια, καλύπτοντας πεδία όπως η προσβασιμότητα, η εκπαίδευση, η απασχόληση και η ανεξάρτητη διαβίωση. Το υπουργείο περιγράφει σχεδόν 300 στόχους πολιτικής και περίπου 150 δείκτες. Οι αριθμοί αυτοί περιγράφουν το μέγεθος και τη δομή παρακολούθησης του προγράμματος. Δεν καταμετρούν ολοκληρωμένες βελτιώσεις. Συγκεντρώνοντας μέτρα και στόχους, το έγγραφο επιτρέπει να εντοπίζεται ποιο τμήμα της διοίκησης αναμένεται να δράσει και να συγκρίνονται οι μεταγενέστερες εκθέσεις εφαρμογής με τις αρχικές δεσμεύσεις. [1][2]

Πώς προβλεπόταν η χρηματοδότηση

Το κεφάλαιο χρηματοδότησης ακολουθεί την αρχή ότι τα επιμέρους υπουργεία χρηματοδοτούν μέτρα εντός των αρμοδιοτήτων τους και των πλαισίων του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού. Τα κρατίδια ευθύνονται για τη χρηματοδότηση μέτρων εντός του δικού τους πεδίου. Το έγγραφο καταγράφει επίσης αιτήματα για εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, περιλαμβανομένου ενός πιθανού ταμείου συμπερίληψης. Η καταγραφή του αιτήματος δεν ίδρυσε τέτοιο ταμείο. Για ένα πρόγραμμα που εκτείνεται στην εκπαίδευση, τη στέγαση και τις υπηρεσίες υποστήριξης, η διάκριση έχει σημασία: ένας συμφωνημένος στόχος εξακολουθεί να χρειάζεται προσδιορίσιμο προϋπολογισμό και αρχή ικανή να τον υλοποιήσει. [2]

Οι εκπρόσωποι ατόμων με αναπηρία αντιδρούν

Στην αντίδρασή του την ημέρα της έγκρισης, το Behindertenrat δήλωσε ότι είχε συμμετάσχει στην ανάπτυξη του σχεδίου αλλά ότι είχαν συμπεριληφθεί πολύ λίγες προτάσεις του. Ο Klaus Widl, τότε προσωρινός πρόεδρός του, επέκρινε την ανεπαρκή δημοσιονομική στήριξη και την έλλειψη συντονισμένης δράσης των κρατιδίων. Η οργάνωση εντόπισε κενά στην εκπαίδευση, την απασχόληση, την προσβασιμότητα, την αποϊδρυματοποίηση και την προσωπική βοήθεια σε όλη την καθημερινή ζωή. Αυτές ήταν αξιολογήσεις της οργάνωσης για το εγκεκριμένο πρόγραμμα, όχι μετρήσεις των μελλοντικών αποτελεσμάτων του. [3]

Τι επιτρέπει τη λογοδοσία του σχεδίου

Το υπουργείο περιγράφει συνεχή επιστημονική αξιολόγηση από το 2024 και έχει διαθέσει αρχική έκθεση εφαρμογής για την περίοδο από την έγκριση έως τα τέλη του 2023. Οι εκθέσεις δημιουργούν δημόσιο αρχείο βάσει του οποίου μπορούν να εξεταστούν οι δεσμεύσεις του 2030. Η αρχική διαφωνία παρέχει επίσης πρακτικό κριτήριο ελέγχου: αν ένα καταγεγραμμένο μέτρο έχει χρηματοδότηση, αν οι ομοσπονδιακές και κρατιδιακές ευθύνες συνδέονται λειτουργικά και αν οι άνθρωποι με αναπηρία βιώνουν αλλαγή. Η έγκριση το 2022 αποτέλεσε την αρχή αυτής της διαδικασίας εφαρμογής, όχι απόδειξη ότι οι στόχοι είχαν ήδη επιτευχθεί. [1][2][3]